Το φθηνό δεν πρέπει να σημαίνει και άχρηστο

Είναι γεγονός πως ό,τι πληρώνεις παίρνεις. Είναι όμως επίσης γεγονός ότι όταν αγοράζεις κάτι χρηστικό,   ανεξαρτήτως από την ποιότητα ή το υλικό κατασκευής του, απαιτείς να κάνει τη δουλειά που υπόσχεται, τη δουλειά για την οποία το πήρες, τουλάχιστον όσον καιρό είναι ακόμα καινούργιο.

Υπάρχουν ηλεκτρικές σκούπες με 30 ευρώ, υπάρχουν και με 1.300 ευρώ. Αυτές των 30 ευρώ, θα πρέπει αν μη τι άλλο να ρουφάνε σκόνη, τουλάχιστον όσο είναι ακόμα καινούργιες. Μπορεί να κάνουν πολύ θόρυβο, μπορεί να μην έχουν σύστημα αυτόματου μαζέματος καλωδίου, μπορεί να μην έχουν διαβαθμίσεις ισχύος, γι αυτό και θα είναι τόσο φθηνές. Θα πρέπει όμως, τουλάχιστον να κάνουν τη δουλειά για την οποία ο καταναλωτής τις αγοράζει: να ρουφάνε τη  σκόνη με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Αν ο καταναλωτής ζητά περισσότερα, γνωρίζει ότι θα πρέπει και να πληρώσει περισσότερα. Το ελάχιστο όμως είναι απαιτητό.

Μας έχει συμβεί τόσες φορές, και κάνουμε τα “στραβά μάτια”: με ένα μαχαίρι που δεν κόβει, με μία φιάλη λαδόξυδου που τρέχει το πώμα της, με έναν λαμπτήρα που δεν ανάβει, με ένα καλώδιο που δεν δουλεύει… άπειρα παραδείγματα. Και είναι όλα ψιλοπράγματα, πράγματα φθηνά που σε ωθούν να τα παραβλέψεις και να “δώσεις τόπο στην οργή” επειδή το να κάνεις κάτι να επανορθώσεις, τελικά, σου στοιχίζει περισσότερο…

Έχουμε τόσο συνηθίσει στην κακή ποιότητα του φθηνού, που δεν μας κάνει πλέον εντύπωση. Συμβιβαζόμαστε, κατηγορώντας τον εαυτό μας που παρασυρθήκαμε σε φθηνές αγορές και απλά πετάμε στα σκουπίδια το προϊόν που μόλις(!) αγοράσαμε, δηλαδή τα ευρώ, έστω και λίγα, που μόλις ξοδέψαμε. Πετάμε στα σκουπίδια ένα καινούργιο προϊόν, που όμως τελικά αποδεικνύεται ότι εκτός συσκευασίας δεν κάνει τη δουλειά που υπόσχεται. Και βέβαια καταλήγει στα σκουπίδια για δύο κυρίως λόγους:

Πρώτον: Είναι τόσο φθηνό που σκεφτόμαστε ότι για να το επιστρέψουμε ο χρόνος μας και ίσως η βενζίνη  μας αν το πήραμε από μακριά, κοστίζουν περισσότερο από τα χρήματα που ξοδέψαμε για το ίδιο το προϊόν.

Δεύτερον: Δεν φτάνει που θα μπούμε στον κόπο της επιστροφής, είναι σχεδόν βέβαιο ότι το κατάστημα δεν θα τη δεχθεί, επειδή η συσκευασία είναι ανοιγμένη (παρόλο που έτσι όπως είναι σφραγισμένο μέσα σε σκληρό πλαστικό, δεν υπάρχει τρόπος να διαπιστώσεις ότι δεν λειτουργεί παρά μόνον αν παραβιάσεις αυτή τη συσκευασία, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα ηλεκτρονικά είδη).

Αποτέλεσμα της τακτικής αυτής είναι:

  • Να δημιουργούμε υπερκατανάλωση, διότι αφενός ξοδεύουμε για να αγοράσουμε το πρώτο προϊόν που αποδείχθηκε άχρηστο, αφετέρου θα ξαναξοδέψουμε για να ξανααγοράσουμε ένα άλλο που επιτέλους θα κάνει τη δουλειά του.
  • Να πετάμε χρήματα στα σκουπίδια, και καλά ήταν παλαιότερα, όταν μας τα δάνειζαν οι τράπεζες με τη σέσουλα… τώρα δεν περισσεύει ούτε σεντ!
  • Να παράγουμε σκουπίδια, όλο και περισσότερο, λες και το περιβάλλον μας έχει περιθώρια για τέτοια.

Συμπέρασμα: 

Πρέπει να γίνουμε πιο απαιτητικοί καταναλωτές. Το φθηνό δεν σημαίνει απαραίτητα και άχρηστο. Δεν πρέπει να το δεχόμαστε. Το κάθε κατάστημα είναι υπέυθυνο και υπόλογο απέναντι στον πελάτη του. Όταν διαθέτει προς κατανάλωση προϊόντα στα ράφια του, θα πρέπει να εγγυάται τουλάχιστον ότι τα προϊόντα αυτά θα κάνουν τη δουλειά για την οποία προορίζονται. Αν τελικά αποδεικνύεται ότι δεν την κάνουν, το κατάστημα θα πρέπει να αποδέχεται την επιστροφή και με τη σειρά του να το επιστρέψει στον κατασκευαστή – προμηθευτή.

ΥΓ. Τις προάλλες αγοράσαμε μία σιδερένια σχάρα τζακιού με συρταρωτό ταψάκι για τις στάχτες από Super Market, έναντι 40 ευρώ. Μετά από 2-3 ανάμματα το συρταράκι σκεύρωσε τόσο, που σκάλωσε δεν συρτάρωνε… Υπό άλλες συνθήκες θα το πετούσαμε στα σκουπίδια. Αποφασίσαμε όμως να το επιστρέψουμε. Μετά από σχετική “μάχη” (για το αυτονόητο δηλαδή) το super market δέχθηκε την επιστροφή και μας έδωσε πιστωτικό σημείωμα για τα 40 ευρώ.

 

 


Αρχική Σελίδα